«Ατλαντίδα..»

«Για όλα αυτά που ζεις και δεν τα θες..

προχώρα.

Για όλα αυτά που δεν αντέχεις..

βάστα.

Για όλα αυτά που σε πληγιάζουν..

κρύφτα.

 

Κοίτα στα μάτια σου μονάχα για να θυμηθείς

τον παράδεισο που θες εσύ να ζεις..

Κοίτα στα μάτια σου να μη ξεχάσεις

από που έρχεσαι και που θελείς να φτάσεις..

Κοίτα στα μάτια σου να βρεις

τη Αντλαντίδα της χαμένης σου ψυχης..»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Δίπλα σου»

Σε θέλω δίπλα μου, εδώ,

να’μαι στην αγκαλιά σου,

να’σαι το σπίτι μου εσύ

κι εγώ δικιά σου.

 

Δίπλα σου στο διάβα της ζωής, στον ίδιο δρόμο,

δίπλα σου στη χαρά μα και στον πόνο..

 

Δίπλα μου να’σαι σαν λυγίσω

σαν φοβηθώ και σαν μ’αφήσω

Δίπλα μου να’σαι για  να θυμάμαι,

πως μ’αγαπάς αληθινά γι’αυτό που θα’μαι..

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

Αγάπη

«Ψάχνω να βρω τι να’ναι αυτό που διαρκεί,

που κάνει εσένα Αέναη,

Διαχρονική, Παντοτινή.

 

Να’ναι η ψυχή, το σώμα, η φωνή?

Να’ναι τα μάτια, το φιλί, το Είναι σου, Εσύ?

Εσύ ή και οι δυο μαζί?

Και το μαζί πως γίνεται ένα,

κι αυτό ξανά μαζί?

 

Στίχοι γραμμένοι στο χαρτί

Νήμα χωρίς αρχή,

Νόημα δίχως άκρη,

για σένα που λεν Αγάπη.»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

Πεπρωμένο.

«Κι πάλι εδώ..στο ίδιο μέρος..

γνωστός ο δρόμος..χιλιοπερπατημένος..

κι είχα πει δε θα τον περπατήσω άλλη φορά..

ένιωθα καλά, μακριά από έσενα Μοναξιά.

Κι όμως νά, κατάρα γίνεσαι-μέλλον που ξημέρωσε ξανά..

Κι δεν μπορώ να σ’αρνηθώ για ακόμα μια φορά.

 

‘Ηταν αλλιώς όταν με είχες εκεί μέσα.. ήταν αλλιώς..

‘Ενιωθα ήρεμος στην αγκαλιά σου, δύνατος..

Κι όλα αλλάξαν ξαφνικά κι δν μπορώ..

Δεν το μπορώ κι αν σ’αγαπώ, θα σ’αρνηθώ..

Κι με πονάει που φεύγω.. κουράστηκα να φεύγω..

Κουράστηκα να περπατώ το ίδιο πεπρωμένο..

 

Ευτυχισμένες στιγμές: πολλές..

πολλές είχα μαζί σου..

Σαν ηλιαχτίδες πρόβαλαν ξανά μαζί με τη μορφή σου..

Να τις θωρώ αδυνατώ, πληγιάζουν την ψυχή μου..

Είναι σκληρό, πολύ σκληρό να θυμηθώ πως ήσουν η αναπνοή μου..

 

Αν θέλει ο χρόνος και ο καιρός,

τα λόγια τα σωστά ν’αρθρώσεις,

τότε η λέξη, η πράξη, η φράση αυτή η μαγική..

θ’αρκεί..

τον πάγο να τον λιώσει

την κλειδαριά να ξεκλειδώσει

και την καρδιά στη θέση της να ορθώσει.»

 

Μη πιστέψεις ποτέ ότι δε σ’αγάπησα.

 

 

«Για Σένα»

«Σαν χθες μοιάζει που σμίξαμε

ώρες, μέρες, μήνες πέρασαν

κι όλοι οι φόβοι μου προσπέρασαν.

 

Το χέρι σου θέλω να κρατώ,

δίπλα σου να περπατώ,

όμορφες στιγμές μαζί σου να γευτώ.

 

Σ’αγαπώ θα πεις, και σ’αγαπώ θα πω

κι οι δυο Μαζί… Εδώ..,

κανένα όνειρο δεν ήταν πιο αληθινό.»

 

Με αγάπη,

Κωνσταντίνα.!

» Το Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη

«[..] Έτσι μιλώ για σένα και για μένα..

Επειδή σ’αγαπώ, και στην αγάπη ξέρω να μπαίνω σαν Πανσέληνος..

[..]

Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς..

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς..

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς..

Μες στη μέση της θάλασσας..

από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς..

Άκου, άκου..
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει -ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς..»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

21 Μαρτίου : Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Με αφορμή τη Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, παραθέτω ένα αγαπημένο μου απόσπασμα από το ποίημα ‘Αξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη.

«Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου

Μόνος αποίκησα τον εγκαταλειμμένο Μάιο

Μόνος εκόλπωσα τις ευωδιές

Επάνω στον αγρό με τις αλκυονίδες

Τάισα τα λουλούδια κίτρινο, βουκόλισα τους  λόφους

Επυροβόλησα την ερημιά με κόκκινο!

Είπα: δε θα’ναι η μαχαιριά βαθύτερη από την κραυγή

Και είπα: δε θα’ναι το ‘Αδικο τιμιότερο απ’το αίμα!

Το χέρι των σεισμών, το χέρι των λιμών

Το χέρι των εχτρών, το χέρι των δικών

Μου, εφρένιασαν εχάλασαν  ερήμαξαν αφάνισαν

Μία και δύο και τρείς φορές

Προδόθηκα κι απόμεινα στον κάμπο μόνος

Πάρθηκα και πατήθηκα σαν κάστρο μόνος

Το μήνυμα που σήκωνα τ’άντεξα μόνος!

 

Μόνος απέλπισα το θάνατο

Μόνος εδάγκωσα μες τον Καιρό με δόντια πέτρινα

Μόνος εκίνησα για το μακρύ

Ταξίδι σαν της σάλπιγγας μες τους αιθέρες!

‘Ηταν στη δύναμή μου η Νέμεση, το ατσάλι κι η ατιμία

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό και τ’άρματα

Είπα: με μόνο το σπαθί του κρύου νερού θα παραβγω

Και είπα: με μόνο το ‘Ασπιλο του νου μου θα χτυπήσω!

Στο πείσμα των σεισμών, στο πείσμα των λιμών

Στο πείσμα των εχτρών, στο πείσμα των δικών

Μου, ανάντισα κρατήθηκα ψυχώθηκα κραταιώθηκα

Μία και δύο και τρείς φορές

Θεμελίωσα τα σπίτια μου στη μνήμη μόνος

Πήρα και στεφανώθηκα την άλω μόνος

Το στάρι που ευαγγέλισα το’δρεψα μόνος! »

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα..!

«Μόνος..»

Μόνος..
Κι όμως.. Σε τόσο κόσμο ανάμεσα κι εγώ να νιώθω μόνος..
Μόνος..
Κι η αγάπη, λένε, σε γεμίζει..
η αγάπη, λένε, σε κατακλύζει..
Η αγάπη λέω δυσεύρετη είναι..
η αγάπη λέω άμμος είναι..
Κόκκοι και ρέουν,
κόκκοι και φεύγουν..
Δάχτυλα οι στιγμές
και η ζωή γλιστρά ανάμεσά τους,
Δύσκολο να βρεις αυτό που αναζητάς..
Δύσκολο να αφήσεις αυτό που λες πως αγαπάς..

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Πανσέληνος»

..Και μετά τίποτα..
Δύσκολες οι ανθρώπινες σχέσεις..
Τα φαντάσματα ξυπνούν με άγριες διαθέσεις..
Γλιστρούν στην πόρτα, πληγιάζουν το παρόν..
Τρέχεις Εσύ ψυχή τη νύχτα να προλάβεις..
Αργοσβήνει το φως κι εσύ χλωμιάζεις..
Φωνή σταθερή από πηγάδι σε τραβά..
Ξημέρωσε απ’τα φιλιά..(?)/(!)

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Ο Ερωτόκριτος» του Βιντσέντζου Κορνάρου

Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία που συντέθηκε από το Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, και γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Ο Ερωτόκριτος είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της Κρητικής λογοτεχνίας, την περίοδο της Βενετοκρατίας, το οποίο πέρασε στην λαϊκή παράδοση και παραμένει ένα δημοφιλές κλασικό έργο. Ένα μικρό απόσπασμα:

Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
π’ ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;

Τέσσερεις μέρες μοναχά μού δωκε ν’ ανιμένω
Κι απόκει να ξενητευτώ πολλά μακρά να πηαίνω

και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δεν μπορείς ν’ αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσει η όρεξή σου

Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π’ αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι’ όντε σα νύφη στολιστήςσαν παντρεμένη αλλάξης

ν’ αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι

και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμερά σου
λόγιαζε τα παθα γιά σε να με πονή η καρδιά σου

καί πιάνε καί τη ζωγραφιά, πού βρες στ’ αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια πού λαργα κι όπου πολλά σ’ αρέσα

και διάβαζέ τα θώρειε τα κι αναθυμού κι εμένα
πως μέ ξορίσανε μακρά στα ξένα

κι’ όντε σού πούν κι απόθανα λυπήσουμε καί κλάψε
και τα τραγούδια πού βγαλα μες’ στη φωτιά τα κάψε

Όπου κι αν πάω κι ά βρεθώ κι ότι καιρό κι άν ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δώ μηδέ ν’ ανατρανίσω

Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ’ είδα ποτέ μου
Ένα κερίν αφτούμενο ακράτουν κ’ ήσβησέ μου

Κάλλια `χω σε με θάνατο παρ’ άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου

Το διαβάζω γιατί μας διδάσκει για τις αέναες μεταβολές της ζωής, τον πόλεμο, τον έρωτα, την έχθρα και τη φιλία!

 Με εκτίμηση, Ravea Nornalie!