» Το Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη

«[..] Έτσι μιλώ για σένα και για μένα..

Επειδή σ’αγαπώ, και στην αγάπη ξέρω να μπαίνω σαν Πανσέληνος..

[..]

Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς..

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς..

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς..

Μες στη μέση της θάλασσας..

από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς..

Άκου, άκου..
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει -ακούς;
Ποιός γυρεύει τον άλλο, ποιός φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς..»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

21 Μαρτίου : Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Με αφορμή τη Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, παραθέτω ένα αγαπημένο μου απόσπασμα από το ποίημα ‘Αξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη.

«Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου

Μόνος αποίκησα τον εγκαταλειμμένο Μάιο

Μόνος εκόλπωσα τις ευωδιές

Επάνω στον αγρό με τις αλκυονίδες

Τάισα τα λουλούδια κίτρινο, βουκόλισα τους  λόφους

Επυροβόλησα την ερημιά με κόκκινο!

Είπα: δε θα’ναι η μαχαιριά βαθύτερη από την κραυγή

Και είπα: δε θα’ναι το ‘Αδικο τιμιότερο απ’το αίμα!

Το χέρι των σεισμών, το χέρι των λιμών

Το χέρι των εχτρών, το χέρι των δικών

Μου, εφρένιασαν εχάλασαν  ερήμαξαν αφάνισαν

Μία και δύο και τρείς φορές

Προδόθηκα κι απόμεινα στον κάμπο μόνος

Πάρθηκα και πατήθηκα σαν κάστρο μόνος

Το μήνυμα που σήκωνα τ’άντεξα μόνος!

 

Μόνος απέλπισα το θάνατο

Μόνος εδάγκωσα μες τον Καιρό με δόντια πέτρινα

Μόνος εκίνησα για το μακρύ

Ταξίδι σαν της σάλπιγγας μες τους αιθέρες!

‘Ηταν στη δύναμή μου η Νέμεση, το ατσάλι κι η ατιμία

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό και τ’άρματα

Είπα: με μόνο το σπαθί του κρύου νερού θα παραβγω

Και είπα: με μόνο το ‘Ασπιλο του νου μου θα χτυπήσω!

Στο πείσμα των σεισμών, στο πείσμα των λιμών

Στο πείσμα των εχτρών, στο πείσμα των δικών

Μου, ανάντισα κρατήθηκα ψυχώθηκα κραταιώθηκα

Μία και δύο και τρείς φορές

Θεμελίωσα τα σπίτια μου στη μνήμη μόνος

Πήρα και στεφανώθηκα την άλω μόνος

Το στάρι που ευαγγέλισα το’δρεψα μόνος! »

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα..!

«Μόνος..»

Μόνος..
Κι όμως.. Σε τόσο κόσμο ανάμεσα κι εγώ να νιώθω μόνος..
Μόνος..
Κι η αγάπη, λένε, σε γεμίζει..
η αγάπη, λένε, σε κατακλύζει..
Η αγάπη λέω δυσεύρετη είναι..
η αγάπη λέω άμμος είναι..
Κόκκοι και ρέουν,
κόκκοι και φεύγουν..
Δάχτυλα οι στιγμές
και η ζωή γλιστρά ανάμεσά τους,
Δύσκολο να βρεις αυτό που αναζητάς..
Δύσκολο να αφήσεις αυτό που λες πως αγαπάς..

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Πανσέληνος»

..Και μετά τίποτα..
Δύσκολες οι ανθρώπινες σχέσεις..
Τα φαντάσματα ξυπνούν με άγριες διαθέσεις..
Γλιστρούν στην πόρτα, πληγιάζουν το παρόν..
Τρέχεις Εσύ ψυχή τη νύχτα να προλάβεις..
Αργοσβήνει το φως κι εσύ χλωμιάζεις..
Φωνή σταθερή από πηγάδι σε τραβά..
Ξημέρωσε απ’τα φιλιά..(?)/(!)

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Ο Ερωτόκριτος» του Βιντσέντζου Κορνάρου

Ο Ερωτόκριτος είναι μία έμμετρη μυθιστορία που συντέθηκε από το Βιτσέντζο Κορνάρο στην Κρήτη τον 17ο αιώνα. Κεντρικό θέμα του είναι ο έρωτας ανάμεσα σε δύο νέους, τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, και γύρω από αυτό περιστρέφονται και άλλα θέματα όπως η τιμή, η φιλία, η γενναιότητα και το κουράγιο. Ο Ερωτόκριτος είναι ένα από τα σημαντικότερα έργα της Κρητικής λογοτεχνίας, την περίοδο της Βενετοκρατίας, το οποίο πέρασε στην λαϊκή παράδοση και παραμένει ένα δημοφιλές κλασικό έργο. Ένα μικρό απόσπασμα:

Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
π’ ο κύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;

Τέσσερεις μέρες μοναχά μού δωκε ν’ ανιμένω
Κι απόκει να ξενητευτώ πολλά μακρά να πηαίνω

και πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Κατέχω το κι ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δεν μπορείς ν’ αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τη γνώμη σου κι αλλάσει η όρεξή σου

Μια χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π’ αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι’ όντε σα νύφη στολιστήςσαν παντρεμένη αλλάξης

ν’ αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι

και κάθε μήνα μια φορά μέσα στην κάμερά σου
λόγιαζε τα παθα γιά σε να με πονή η καρδιά σου

καί πιάνε καί τη ζωγραφιά, πού βρες στ’ αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια πού λαργα κι όπου πολλά σ’ αρέσα

και διάβαζέ τα θώρειε τα κι αναθυμού κι εμένα
πως μέ ξορίσανε μακρά στα ξένα

κι’ όντε σού πούν κι απόθανα λυπήσουμε καί κλάψε
και τα τραγούδια πού βγαλα μες’ στη φωτιά τα κάψε

Όπου κι αν πάω κι ά βρεθώ κι ότι καιρό κι άν ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δώ μηδέ ν’ ανατρανίσω

Κι ας τάξω ο κακορίζικος πως δε σ’ είδα ποτέ μου
Ένα κερίν αφτούμενο ακράτουν κ’ ήσβησέ μου

Κάλλια `χω σε με θάνατο παρ’ άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου

Το διαβάζω γιατί μας διδάσκει για τις αέναες μεταβολές της ζωής, τον πόλεμο, τον έρωτα, την έχθρα και τη φιλία!

 Με εκτίμηση, Ravea Nornalie!

Mαρία Πολυδούρη – «Τα ποιήματα»

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη. Μιλάνε  – φυσικά- για τον έρωτα, για την αγάπη…! Αξίζει να διαβαστούν και να «ξαναειπωθούν» γιατί αποπνέουν μια γλυκιά αισθαντικότητα, μια ευγένια, μια γαλήνη.

« Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.

Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.

Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη

ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

 

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει

που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,

Κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,

πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

 

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι

κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή.

Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,

σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή. »

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

 

 

«Το σπίτι που γεννήθηκα»του Κωστή Παλαμά

Κάθε φορά που πλησιάζουν οι διακοπές του καλοκαιριού, του Πάσχα, των Χριστουγέννων το μυαλό θυμάται όλους τους φίλους, τους γνωστούς, του συγγενείς που ζούνε σε άλλες χώρες – σύγχρονοι οικονομικοί μετανάστες. Αυτό το ποιήμα έρχεται κάθε φορά στο νου:

 

«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

 

Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα

στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

 

Το σπίτι ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα

και ανόθευτο και αχάλαστο, και  με προσμένει ακόμα.

 

Της πόρτας του η παλαιϊκή κορώνα, ώ! να η καμάρα!

Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

 

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ολόχαρο τραγούδι

προς το παιδί γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

 

παω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη

στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

 

Ας ήρθαν τα γεράματα κι ας κύλησαν οι χρόνοι

απ’ το ψιμύθρι του αλλασμού κι απ’ του χαμού τη σκόνη

 

και απείραχτο και ανέγγιχτο στη Μοίρα αγνάντια στέκει,

κι από τον κήπο του για με χλωρά στεφάνια πλέκει.

 

Του κάκου οι έγνοιες, οι καιροί, πληγές καρδιών και τόπων.

Τα μάτια μου άλλα, κι άλλα είναι τα μάτια των ανθρώπων.

 

Από την ισκιερή εμπατή στη φωτισμένη σάλα

με τ’ακριβό ρολόϊ χρυσό στη κρυσταλλένια γυάλα,

 

όλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, αντικείμενα, με καρτερούν εμένα.

 

Στο πλάϊ  της δούλας της πιστής η αρχόντισσα γιαγιά μου

και η ρήγισσα της προκοπής η μάνα μου, ώ χαρά μου!

 

το στερνογέννητο καρπό στην αγκαλιά, και πέρα

μπρος σε χαρτιά το φάντασμα γνοιασμένο του πατέρα.

 

Και μέσα απ’ τους ανασασμούς του ρόδου και του δύοσμου

και δουλευτής και φυτευτής του κήπου, ο αδελφός μου.

 

Και πιο βαθιά, κατάβαθα, σαν άλλου κόσμου πλάση,

να! Ολόρθο, αξήγητο, κρυφό στο κήπο ένα κοράσι.

 

Του πρώτου πόθου το ιερό προφήτεμα, η παιδούλα!

Στη χαραυγή μου γέλασμα, στη δύση μου τρεμούλα.

 

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.

Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!