Mαρία Πολυδούρη – «Τα ποιήματα»

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη. Μιλάνε  – φυσικά- για τον έρωτα, για την αγάπη…! Αξίζει να διαβαστούν και να «ξαναειπωθούν» γιατί αποπνέουν μια γλυκιά αισθαντικότητα, μια ευγένια, μια γαλήνη.

« Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.

Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.

Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη

ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

 

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει

που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,

Κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,

πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

 

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι

κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή.

Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,

σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή. »

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

 

 

«Το σπίτι που γεννήθηκα»του Κωστή Παλαμά

Κάθε φορά που πλησιάζουν οι διακοπές του καλοκαιριού, του Πάσχα, των Χριστουγέννων το μυαλό θυμάται όλους τους φίλους, τους γνωστούς, του συγγενείς που ζούνε σε άλλες χώρες – σύγχρονοι οικονομικοί μετανάστες. Αυτό το ποιήμα έρχεται κάθε φορά στο νου:

 

«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή και με προσμένει.

 

Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα

στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

 

Το σπίτι ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα

και ανόθευτο και αχάλαστο, και  με προσμένει ακόμα.

 

Της πόρτας του η παλαιϊκή κορώνα, ώ! να η καμάρα!

Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

 

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ολόχαρο τραγούδι

προς το παιδί γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

 

παω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη

στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

 

Ας ήρθαν τα γεράματα κι ας κύλησαν οι χρόνοι

απ’ το ψιμύθρι του αλλασμού κι απ’ του χαμού τη σκόνη

 

και απείραχτο και ανέγγιχτο στη Μοίρα αγνάντια στέκει,

κι από τον κήπο του για με χλωρά στεφάνια πλέκει.

 

Του κάκου οι έγνοιες, οι καιροί, πληγές καρδιών και τόπων.

Τα μάτια μου άλλα, κι άλλα είναι τα μάτια των ανθρώπων.

 

Από την ισκιερή εμπατή στη φωτισμένη σάλα

με τ’ακριβό ρολόϊ χρυσό στη κρυσταλλένια γυάλα,

 

όλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, αντικείμενα, με καρτερούν εμένα.

 

Στο πλάϊ  της δούλας της πιστής η αρχόντισσα γιαγιά μου

και η ρήγισσα της προκοπής η μάνα μου, ώ χαρά μου!

 

το στερνογέννητο καρπό στην αγκαλιά, και πέρα

μπρος σε χαρτιά το φάντασμα γνοιασμένο του πατέρα.

 

Και μέσα απ’ τους ανασασμούς του ρόδου και του δύοσμου

και δουλευτής και φυτευτής του κήπου, ο αδελφός μου.

 

Και πιο βαθιά, κατάβαθα, σαν άλλου κόσμου πλάση,

να! Ολόρθο, αξήγητο, κρυφό στο κήπο ένα κοράσι.

 

Του πρώτου πόθου το ιερό προφήτεμα, η παιδούλα!

Στη χαραυγή μου γέλασμα, στη δύση μου τρεμούλα.

 

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.

Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Δημόσιος καιρός» ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά

‘Οταν έπεσε στα χέρια μου αυτή η ποιητική συλλογή, ένας άλλος κόσμος ανοίχτηκε. Διαφορετικός, μη συνηθισμένος. Σκεπτόμενος. Δεν ξέρω ακριβώς πώς να το αποτυπώσω με λέξεις, γιατί διαβάζοντας αυτήν την συλλογή πρώτα αισθάνεσαι και μετά το συναίσθημα μετουσιώνεται σε σκέψη. Κυρίως αισθάνεσαι. Γι’αυτό θα μεταφέρω το αγαπημένο μου από αυτή τη συλλογή ποίημα. Λέγεται Οι κληρονόμοι. :

«Σε πήρε το Άγνωστο

εξ ολοκλήρου.

Παράνομα.

 

Δεν ήταν ο μόνος κληρονόμος

Υπήρχαν κι άλλοι τρεις

εγώ, η μνήμη και η λήθη.

 

Σε μένα άφηνες εκείνα που αγαπούσα.

Τα πήρα.

 

Τί κέρδισε δικαστικά η μνήμη

τί παραπάνω έκλεψε η λήθη

εγώ σ’ αυτά δεν υπεισήλθα.

 

‘Ομως  τώρα

μετά από τόσα χρόνια

μου λείπουνε πολύ

όσα δεν άφησες σε μένα.

‘Ολα εκείνα που γελιόμουνα

πώς δεν τα αγαπώ.

 

Απλώς αλλοίωνε το αίσθημα μου

ενάς θυμός μαζί τους ίσως γιατί

σε απόσταση επίμονη αποξενωτική

μακριά από σένα με κρατούσαν.

 

Να τα διεκδικήσεις

μου  ξεφούρνισε κοιτώντας με

κάποια φωτογραφία σου.

 

Από πού; Από το ‘Αγνωστο;

Κατ’ ανάγκην, κατέφυγα στη λήθη,

ξέχνα το μου είπε – η μόνη λέξη που κατείχε.

 

Πήγα μετά στη μνήμη – έχουμε πολλά κοινά συμφέροντα.

 

Πρόθυμη εκείνη άπλωσε μπροστά μου

μερικά να δω  τί θέλω να διαλέξω.

 

‘Εβαλα τις φωνές.

 

Κάποιο λάθος κάνεις της είπα

αυτά δεν είναι δικά του, το ξέρω καλά

και εκείνη γελώντας μου απάντησε:

 

Δίκα του είναι

απλώς δε βάζεις στο λογαριασμό

 

πώς μέσα στο θυμάμαι

βολεύεται σε μια γωνιά του

ήσυχη σκοτεινή

και το ξεχνώ.»

 

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

 

 

 

 

«Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου

Με αφορμή το φετινό Πάσχα που συμπίπτει με την εργατική Πρωτομαγιά, αλλά και την σημερινή γιορτή της Μητέρας, ο «Επιτάφιος» του Ρίτσου είναι καθ’όλα επίκαιρος. ‘Ενα έργο εμπνευσμένο από τον πόνο μιας μάνας για την απώλεια του γιού της, ένα έργο μνήμης για τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονική.

 «Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,

πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω

και δε σαλεύεις, δε γροικάς τά που πικρά σου λέω;

Γιε μου, ποιά Μοίρα στο’ γραφε και ποιά μου το ’χε γράψει

τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μερά Μαγιού σε χάνω

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω

στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

‘Ολα μου τα δειχνες εσύ, παιδί μου κι άρχοντά μου,

Κι ως τα βλεπες όλα έφεγγαν σα να’ταν σ’ώρα γάμου.

‘Ετσι άχαρη, με ομόρφαινες, κ’έτσι άμαθη – για κοίτα-

μες στη ματιά σου διάβαζα της ζωής την αλφαβήτα.

Τώρα τα μάτια σου έκλεισαν και γω κλείστηκα απ’έξω

Κι ούτε έχω πέτρα να σταθώ και δρόμο πια να τρέξω.

Βασίλεψες αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,

κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Να’χα τ’αθάνατο νερό, ψυχή καινούργια να’χα,

να σου’δινα, να ξύπναγες για μια στιγμή μονάχα,

να δεις, να πεις, να το χαρείς ακέριο τ’όνειρό σου

να στέκεται ολοζώντανο κοντά σου, στο πλευρό σου…»

 

Το διαβάζω γιατί ακόμα κι όταν όλοι ξεχνούν η μητέρα θυμάται.

Φιλικά,

Κωνσταντίνα

 

 

 

«Εαρινή Συμφωνία» του Γιάννη Ρίτσου

‘Ενα από τα πιο αισιόδοξα ποιήματα γραμμένα για τον έρωτα και την αγάπη.!

«..Είχα κλείσει τα μάτια για ν’ατενίζω το φως.Τυφλός.Είχα κάψει τη φλόγα για ν’αναπνέω.

[..]..Κι ήρθες εσύ. [..].. Πέταξα στο φωτεινό σου διάδρομο την πανοπλία μου.’Ημουν γυμνός όταν εχτύπησα τη θύρα του κοιτώνα σου.

[..]..Γονατισμένος προσεύχομαι. Θεέ μου Θεέ μου, η αγάπη μου είχε λείψει για να χαρώ και να νοήσω το μεγαλείο σου.

[..]..Ζητώντας τον θεό, ζητούσα εσένα.

[..]..Σφίγγω το χέρι σου. Τί μου λείπει για να μισήσω τη ζωή;»

Το διαβάζω γιατί χρειάζεται να θυμάμαι πως ο έρωτας δεν είναι πόνος, πως η αγάπη είναι ζωή..

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!