Σε σκοτάδι βαθύ προχωρούσα
κινούμενη άμμος, μα δε σταματούσα.
Kαι όπως βάδιζα εκεί, στη λήθη για πάντα,
η δική σου φωνή φως στα σημάδια.
Δε το ήθελα αυτό, μα το φως σου καλούσε
στη σιωπή ναυαγός, στη σιωπή με ζητούσε…
Kαι το βήμα μου αργό ξαφνικά σταματάει
σε έναν ήχο δειλό, σε ένα ημίφως για χάδι…
Έτσι τη νύχτα μου άφησα να επιστρέψω και πάλι
σε μια αχτίδα αδύναμη στη ζωή να με βγάλει…
Κι όταν την πλάση αντίκρισα στη δική σου αγκάλη
το κερί σου τρεμόπαιξε, έσβησε κι έμεινε στάχτη…
Μόνη, πιο μόνη, ολομόναχη
σε έναν ήλιο που έκαιγε και μια άγνωστη μέρα,
που δεν είχε πια νόημα δεν είχε πιο πέρα,
να απορώ γιατί άφησα το δικό μου σκοτάδι
για μια μέρα ανύπαρκτη, για ένα φως δανεικό κι άλλο ένα σημάδι.
Στο δικό μου λαβύρινθο είμαι εγώ πια φως και σκοτάδι
δίχως μνήμες και τέρατα, δίχως πόνο, δίχως δάκρυ…
..Κωνσταντίνα..