«Πολυτέλειες…»

Πολυτελώς και αστόχαστα

πολυτελώς για  μένα

τις νύχτες  μου τις κέντησα

με όνειρα ξεχασμένα.

Φαντάστηκα τον ήλιο μας

χάδι και αγκαλιά μου

και απαίτησα από τα ματιά σου

να γίνουν συντροφιά μου.

Αρνήθηκα το αδύνατο

για μια φορά μονάχα,

τη πόρτα στο ανεκπλήρωτο

κράταγα δίχως ανάσα.

Κι όσο σε κατηγόρησα

τους κάβους πως δε λύνεις

ξέχασα αφελώς αγάπη  μου

τα μάτια σαν γυρίσω,

πώς ούτε κάβους ουτέ σκοινιά,

βουνά κρατάω πίσω.

Και αν εσύ τα διάλεξες

τα άλυτα δεσμά σου,

εμένα στέκουν αγκρέμιστα

τα δανεικά βουνά μου.

Ναι, η ψυχή γελάστηκε

σαν να’ τανε δεκάξι

πως είχε μέλλον νόμισε

μέλλον από μετάξι.

Συγγνώμη ζήτησα λοιπόν

από τα όνειρα μου

και με ευλάβεια τα έκρυψα

στ’ ανομολόγητα μου

και το μονάκριβο κλειδί

σταυρώνοντας με δάκρυ

κόσμημα του βυθού το σμίλεψα

κόσμημα στου νου τα βάθη.

              Κωνσταντίνα.!

«Λαβύρινθος 2»

Σε σκοτάδι βαθύ προχωρούσα

κινούμενη άμμος, μα δε σταματούσα.

Kαι όπως βάδιζα εκεί, στη λήθη για πάντα,

η δική σου φωνή φως στα σημάδια.

Δε το ήθελα αυτό, μα το φως σου καλούσε

στη σιωπή ναυαγός, στη σιωπή με ζητούσε…

Kαι το βήμα μου αργό ξαφνικά σταματάει

σε έναν ήχο δειλό, σε ένα ημίφως για χάδι…

Έτσι τη νύχτα μου άφησα να επιστρέψω και πάλι

σε μια αχτίδα αδύναμη στη ζωή να με βγάλει…

Κι όταν την πλάση αντίκρισα στη δική σου αγκάλη

το κερί σου τρεμόπαιξε, έσβησε κι έμεινε στάχτη…

Μόνη, πιο μόνη, ολομόναχη

σε έναν ήλιο που έκαιγε και μια άγνωστη μέρα,

που δεν είχε πια νόημα δεν είχε πιο πέρα,

να απορώ γιατί άφησα το δικό μου σκοτάδι

για μια μέρα ανύπαρκτη, για ένα φως δανεικό κι άλλο ένα σημάδι.

Στο δικό μου λαβύρινθο είμαι εγώ πια φως και σκοτάδι

δίχως μνήμες και τέρατα, δίχως πόνο, δίχως δάκρυ…

..Κωνσταντίνα..

«Βροχή»

Διαρκούν για λίγο οι στιγμές μας,

στάλες του χρόνου σε αιώνια βροχή.

Παράξενη αίσθηση οι ματιές μας,

σιωπή αέναη που εναρμονίζει

το χέρι, το χάδι, το φιλί,

που συγχρονίζει και συντονίζει

δύο ψυχές σε ένα χάρτη

χωρίς σκοπό και δίχως άκρη.

Σ’αγαπώ..

Κωνσταντίνα..

«Συμβάσεις»

Και τώρα που μεθύσαμε και αισθανθήκαμε πως είναι η ζήση,

πως είναι ο χρόνος από το μηδέν να αρχινά,

και τώρα που γνωρίσαμε και φανταστήκαμε

μέχρι το αδύνατο πως μοιάζει η χαρά

τώρα λοιπόν πάλι μισοί  γινήκαμε,

δυο άνθρωποι απλοί ξανά,

να προσπαθούν να ζουν συμβατικά.

Κωνσταντίνα.!

«Γιατί»

Όπως ο ήλιος και η βροχή,

όπως ο ήχος και η σιωπή,

όπως η νύχτα και η αυγή

με αντιθέσεις,

μια αγάπη δίχως συνθέσεις,

με εξαιρέσεις,

δίχως το χρόνο και δίχως παρόν.

Μετέωρο βήμα, το χάδι νωπό

και όλα σιωπούν

σε  μία γιορτή

με δίχως ορχήστρα και δίχως φιλί.

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Άπειρο»

«Δε τόλμησα ποτέ να σου το πω.

Δεν έπρεπε. Δε πρέπει.

Σαν τη λεπίδα σ ‘έκοψα ένα πρωί,

γιατί μόνο γκρεμό θα βλέπαμε κάθε αυγή.

~

Μα σαν θα φύγω,

μα σαν θα φύγεις,

ένα θέλω να ξέρεις:

πόσο διψούσα κάποτε για το μαζί.

~

Δε τόλμησα ποτέ να σου το πω.

Σωστά έκανα; Ποιός ξέρει..

Σαν μέγγενη ένιωθα τον δικαστή

κι όλα θα τέλειωναν εν μια νυκτί.

~

Μα σαν θα φύγω,

μα σαν θα φύγεις,

ένα θέλω να θυμηθείς:

πόσο θα μου ’λειπες κάθε στιγμή.

~

Δε τόλμησα ποτέ να σου το πω.

Δεν έπρεπε. Δε πρέπει.

Γύρω σου σαν δορυφόρος

συνήθισα κι εγώ.

Πίστευα πάντα θα’σαι εδώ.

~

Μα λίγο πριν φύγεις

λίγο πριν χαθείς,

ένα θέλω να ξέρεις:

μέσα μου ζεις.

Κι αν είχαμε δρόμο, θα μ ’αγαπούσες όσο κανείς.»

Φιλικά,

Κωνσταντίνα.!

«Πυξίδες»

Δεν έχει νόημα κανένα να πάω μπρος χωρίς εσένα. Θυμάσαι? 

Η γλύκα της αφής σου

δεν έχει ξεθωριάσει στη παλάμη μου,

κάθε που περπατώ σ’ αναζητώ

κι ας μην είσαι εδώ.

Μισός περίπατος, λειψός, χωρίς εσένα. Λυπάσαι?

Τα νέα σύμπαντα προσπάθησα

μόνη να τα διαρρήξω

μπροστά μου μόνο άβυσσος, βυθός να περπατήσω.

Είναι που σ’αγαπώ και νέκρωσαν μέσα μου οι πυξίδες

είναι που δε δουλεύουνε πια κι αυτές, να μ’ έβρεις μες τις νύχτες..

Κωνσταντίνα..

Εγωισμός

Το πιο όμορφα μάτια μου

είναι τα όνειρα μου,

γιατί εκεί σε συναντώ ξανά στη μοναξιά μου.

Εκεί θυμάμαι τη στοργή και το γλυκό σου χάδι,

Εκεί θυμάμαι τη φυγή και το πικρό σημάδι.

Ξέρω να’ρθεις δε το μπορείς

Ξέρω δε θα γυρίσεις

Είναι πολύ για σε να μ ’αγαπάς

Πολύ να μ ‘αγαπήσεις.

Κωνσταντίνα.!

The end

«‘Ηταν αλήθεια..

Σίγουρα ήταν.

Το ξέρω απ’ το βράδυ εκείνο

και τότε και τώρα..

Ζήλεψε ο κόσμος το ταίριασμα.

Ζήλεψε ο κόσμος τη φωτιά.

Κι έπεσε πάνω μας σαν σκοτεινιά η ζήλια

σαν χείμαρρος, σαν καταχνιά.

Δέσμιοι της κοινωνίας

Δέσμιοι ετούτης της ζωής

Μόνοι εμείς κι αυτοί μαζί.»

Κωνσταντίνα..

«Υποθήκη»

Η υποθήκη σαν θα μπει

δύσκολα βγαίνει…

Ποιανού τα χρέη τί οφελεί?

Το χρέος από κοινού βαραίνει.

Κι είναι μισή πια η χαρά

και λιγοστή η ζήση.

Όνειρα μόνα, ορφανά..

~

Τι κι αν η ψυχή μου

λεύτερο ήθελε το φιλί.

Εμένα δε με ρώτησε κανείς…

Πρόβατο πάνε σε σφαγή.

Σε μένα τελικά τα βέλη

σε μένα ο καημός

και μένει για σε ο εγωισμός..

~

Μισή χαρά

Μισή πνοή

Μισή ζωή.

~

Σε τί καμβά να ζωγραφίσω

όταν τα χρώματα μακριά μου τα κρατάς?

Με τί πνοή να σε ζητήσω

όταν για αλλού σιγά σιγά πετάς..?

~

Γύρνα λοιπόν ψυχή στη λήθη,

ησύχασε, άλλο δε χρωστάς.

Πλήρωσε για σε την υποθήκη

η αγάπη που τόσο λαχταράς..

Κωνσταντίνα…