Κανονικότητα,
εκκωφαντική ησυχία.
Σα λεπίδα που κόβει
κάθε πορεία.
Κανονικότητα,
χωρίς ουσία.
Με παρουσία ισχνή,
με απουσία.
Κανονικότητα,
μια φυλακή,
μια εξορία.
Και το φιλί σου,
προδοσία.
Κωνσταντίνα
Κανονικότητα,
εκκωφαντική ησυχία.
Σα λεπίδα που κόβει
κάθε πορεία.
Κανονικότητα,
χωρίς ουσία.
Με παρουσία ισχνή,
με απουσία.
Κανονικότητα,
μια φυλακή,
μια εξορία.
Και το φιλί σου,
προδοσία.
Κωνσταντίνα
Μου λείπουν,
μου λείπουν όσα δε ζήσαμε
όσα θελήσαμε μα δεν ανθήσανε.
Όλα τα «ναί», τα «όχι» και τα «μη»
όλα τα «θα», τα «ίσως», τα «μπορεί».
Όλες εκείνες οι στιγμές
που θα’σαι εκεί και θα με θες.
Όλες οι ώρες μας μαζί
που θα νικάν τη μουσική,
που το απλό θα’ ναι αρκετό
και το αδύνατο παντοτινό.
Για όλα αυτά σε αγαπώ
με όλα τα λάθη μας, εδώ,
και αν όλα πια έχουν χαθεί
εγώ σε αγαπώ και θα’μαι εκεί.
Κωνσταντίνα..!
Πολυτελώς και αστόχαστα
πολυτελώς για μένα
τις νύχτες μου τις κέντησα
με όνειρα ξεχασμένα.
Φαντάστηκα τον ήλιο μας
χάδι και αγκαλιά μου
και απαίτησα από τα ματιά σου
να γίνουν συντροφιά μου.
Αρνήθηκα το αδύνατο
για μια φορά μονάχα,
τη πόρτα στο ανεκπλήρωτο
κράταγα δίχως ανάσα.
Κι όσο σε κατηγόρησα
τους κάβους πως δε λύνεις
ξέχασα αφελώς αγάπη μου
τα μάτια σαν γυρίσω,
πώς ούτε κάβους ουτέ σκοινιά,
βουνά κρατάω πίσω.
Και αν εσύ τα διάλεξες
τα άλυτα δεσμά σου,
εμένα στέκουν αγκρέμιστα
τα δανεικά βουνά μου.
Ναι, η ψυχή γελάστηκε
σαν να’ τανε δεκάξι
πως είχε μέλλον νόμισε
μέλλον από μετάξι.
Συγγνώμη ζήτησα λοιπόν
από τα όνειρα μου
και με ευλάβεια τα έκρυψα
στ’ ανομολόγητα μου
και το μονάκριβο κλειδί
σταυρώνοντας με δάκρυ
κόσμημα του βυθού το σμίλεψα
κόσμημα στου νου τα βάθη.
Κωνσταντίνα.!
Σε σκοτάδι βαθύ προχωρούσα
κινούμενη άμμος, μα δε σταματούσα.
Kαι όπως βάδιζα εκεί, στη λήθη για πάντα,
η δική σου φωνή φως στα σημάδια.
Δε το ήθελα αυτό, μα το φως σου καλούσε
στη σιωπή ναυαγός, στη σιωπή με ζητούσε…
Kαι το βήμα μου αργό ξαφνικά σταματάει
σε έναν ήχο δειλό, σε ένα ημίφως για χάδι…
Έτσι τη νύχτα μου άφησα να επιστρέψω και πάλι
σε μια αχτίδα αδύναμη στη ζωή να με βγάλει…
Κι όταν την πλάση αντίκρισα στη δική σου αγκάλη
το κερί σου τρεμόπαιξε, έσβησε κι έμεινε στάχτη…
Μόνη, πιο μόνη, ολομόναχη
σε έναν ήλιο που έκαιγε και μια άγνωστη μέρα,
που δεν είχε πια νόημα δεν είχε πιο πέρα,
να απορώ γιατί άφησα το δικό μου σκοτάδι
για μια μέρα ανύπαρκτη, για ένα φως δανεικό κι άλλο ένα σημάδι.
Στο δικό μου λαβύρινθο είμαι εγώ πια φως και σκοτάδι
δίχως μνήμες και τέρατα, δίχως πόνο, δίχως δάκρυ…
..Κωνσταντίνα..
Διαρκούν για λίγο οι στιγμές μας,
στάλες του χρόνου σε αιώνια βροχή.
Παράξενη αίσθηση οι ματιές μας,
σιωπή αέναη που εναρμονίζει
το χέρι, το χάδι, το φιλί,
που συγχρονίζει και συντονίζει
δύο ψυχές σε ένα χάρτη
χωρίς σκοπό και δίχως άκρη.
Σ’αγαπώ..
Κωνσταντίνα..
Και τώρα που μεθύσαμε και αισθανθήκαμε πως είναι η ζήση,
πως είναι ο χρόνος από το μηδέν να αρχινά,
και τώρα που γνωρίσαμε και φανταστήκαμε
μέχρι το αδύνατο πως μοιάζει η χαρά
τώρα λοιπόν πάλι μισοί γινήκαμε,
δυο άνθρωποι απλοί ξανά,
να προσπαθούν να ζουν συμβατικά.
Κωνσταντίνα.!
Όσα οι στιγμές μας χτίζουν
της αβύσσου οι άγκυρες γκρεμίζουν.
Όσα φιλιά μας ταξιδεύουν
τόσα είναι τα πρέπει που μας δένουν.
Όταν τολμώ να σε ζητήσω,
η ζωή θα με γυρίσει πίσω
κι όταν πονάω για να σ’ αφήσω,
οι θεοί σε φέρνουνε εδώ να ζήσω.
Δρόμοι μπλεγμένοι, δρόμοι γυαλί
κορμιά μοναχά, κορμιά φυλακή.
Μα σαν οι ψυχές μιλούν,
όλα τριγύρω σιωπούν.
Σ’αγαπώ.
Κωνσταντίνα.!
Όπως ο ήλιος και η βροχή,
όπως ο ήχος και η σιωπή,
όπως η νύχτα και η αυγή
με αντιθέσεις,
μια αγάπη δίχως συνθέσεις,
με εξαιρέσεις,
δίχως το χρόνο και δίχως παρόν.
Μετέωρο βήμα, το χάδι νωπό
και όλα σιωπούν
σε μία γιορτή
με δίχως ορχήστρα και δίχως φιλί.
Φιλικά,
Κωνσταντίνα.!
‘Ειναι που όσα λάτρεψα
λουλούδια ξένου κήπου.
Είναι που όσα γεύτηκα
όνειρα άλλου καιρού…
Είναι που όσα αγκάλιασα
θάλασσες άλλου πλοίου,
Είναι που σ’αγάπησα
πουλί άλλου ουρανού.
Κωνσταντίνα.!
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, μου το δώρισαν τα αδέρφια μου και τα ευχαριστώ πολύ!
Πρόκειται για ένα όμορφο, περιπετειώδες μυθιστόρημα μιας νέας, σύγχρονης Ελληνίδας συγγραφέα. Με φόντο μια παλιά ιστορία αγάπης στη Κυπαρισσία, μια νέα δασκάλα και ένας ιδιόμορφος καθηγητής, προσπαθούν να εξιχνιάσουν μια εγκληματική οργάνωση στην Ελλάδα του σήμερα.
Αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν ο ωραίος λόγος του κειμένου και η ευκολία με την οποία εξελίσσονταν η πλοκή.
Το διαβάζω γιατί όλοι αναζητούμε μια ‘Αννα και έναν Νεκτάριο…
Φιλικά,
Κωνσταντίνα.!